Βακχικόν

Βακχικός
Bis Acc.
masc acc sg
Βακχικός
Bis Acc.
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Палазис, Димитрис — Димитрис Палазис греч. Δημήτρης Παλάζης …   Википедия

  • EUHYUS five EUJUS — unum ex Bacchicognominibus a Iove illi inditum, eo in bello, quod Gigantes cum diis gefferunt. Fabulantur enim poetae, ceteris diis perterritis, Libenum Pattem se in Leonem convertisse, unumqueex gigantibus intersecisse, et ob rem tam strenue… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Κωρύκειον — Όνομα δύο σπηλαίων της αρχαιότητας. 1. Σπήλαιο στον Παρνασσό, το οποίο ταυτίζεται με το σημερινό Σαρανταύλι ή Σαραύλι. Οφείλει την ονομασία του στη νύμφη Κωρύκε(ι)α, με την οποία ο Απόλλωνας απέκτησε τον Λυκωρέα. Ήταν αφιερωμένο στον Πάνα και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.